24.12.12

Απόψε.

Περίσσεψε λίγη νύχτα κι είπα απόψε να ονειρευτώ κάτι πιο όμορφο.

30.11.12

Πότέ.

Οι τόνοι έχουν σημασία. Γιατί κάθε "πότε" κρύβει μέσα του ένα "ποτέ". Και αυτό έχει σημασία. Αν έχεις χρόνο, έχεις τα πάντα. Γι' αυτό αν έχεις χρόνο, στάσου λίγο και κοίτα γύρω σου. Θα δεις ανθρώπους που στα "πότε" τους βρήκαν μόνο "ποτέ". Και κανείς τους δε κατάλαβε πως άλλαξε αυτός ο τόνος. Οι τόνοι έχουν σημασία. Ειδικότερα και περισσότερο όταν αλλάζουν.

17.11.12

Νοέμβρης.

Ο Νοέμβρης ήταν άντρας μυστήριος, γύρω στα σαράντα. Άλλαζε πόλεις κι εραστές, μα πιο πολύ τις παράξενες κουβέντες του. Έψαχνε να βρει τις πιο σπουδαίες φράσεις, τις πιο εύηχες λέξεις. Κανείς δε μπορούσε να συζητήσει μαζί του. Έβρεχε συχνά και πολύ. Δε κρατούσε ποτέ του ομπρέλλα. Κυκλοφορούσε μ' ένα φθαρμένο παλτό. Σκούρο μπλε. Με ματιές πρόωρα γερασμένες και σχεδόν καχύποπτες παρατηρούσε τις κινήσεις των ανθρώπων γύρω του. Ένα χέρι ν' αγγίζει κάποιο άλλο, ένα ζευγάρι χείλη να φυσούν αργά τον καπνό. Το βλέμμα του έψαχνε κάτι ρομαντικό, κάτι προσωρινό. Ο Νοέμβρης ήταν μια έκφραση προσώπου γεμάτη καλά κρυμμένα μυστικά. Δεν είχε ποτέ σκέτη αλήθεια να προσφέρει. Κοιμόταν ήσυχος τα βράδια, δίχως φόβους κι επίμονες σκέψεις. Δεν έδειχνε ήρεμος, ήταν πραγματικά ήρεμος. Συννεφιασμένος, ωστόσο ήρεμος. Κάποιος αστυνομικός μου είχε δείξει κάποια στιγμή ένα σκίτσο του προσώπου του. Τον αναγνώρισα αμέσως. Ένας ακόμη φόνος είχε προστεθεί στη λίστα των εγκλημάτων του. Ο Νοέμβρης θα 'χε προλάβει τότε ν' αλλάξει πόλη, θα 'χε προλάβει να εγκατασταθεί σε κάποιο μικρό φτηνό ξενοδοχείο. Για ακόμη μια φορά θα 'χε προλάβει να φύγει, αφήνοντας πίσω τα ισχνά του ίχνη. 


21.10.12

Η νυχτερινή βάρδια.

Τα κρεβάτια με τα χαλασμένα ελατήρια τραγουδούν μετά τα μεσάνυχτα. Ζωντανεύουν όλα στο σκοτάδι και δίνουν τη δική τους παράσταση. Θεατές τα πρόσωπα στις φωτογραφίες πάνω στα ράφια. Παρακολουθούν χωρίς ενοχή το μυστικό θέαμα. Τα κλειδιά κλειδώνουν τις πόρτες και τα ρολόγια στους τοίχους κρατάνε την αναπνοή τους. Μέσα στις ντουλάπες, τα κρεμασμένα μας παλτά χορεύουν μπλουζ. Όταν ο χορός τους τελειώσει, θα μας περιμένουν υπομονετικά μέχρι το ξημέρωμα να τα φορέσουμε πάλι. Είναι που θέλουν να δείχνουν όλα τους όμορφα επάνω μας. Είναι που τίποτα δεν ησυχάζει πια τις νύχτες.  

14.10.12

Χρονόμετρο.

Στο τέλος όλα τ' αγγίγματα γίνονται ένας ψυχρός αριθμός πάνω σ' ένα σώμα που αλλάζει κι όλα τα φιλιά αργοσβήνουν πάνω στο στόμα. Η μνήμη υποκύπτει στη λήθη και το χρονόμετρο δείχνει μηδέν.



3.8.12

Σχεδόν αλήθεια.

Ο χρόνος θα μας γράφει τα σενάρια. Και κάπου θα κάνει παύσεις για τσιγάρο. Εμείς, οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, θα τα παίζουμε. Και κάπου θα κάνουμε και λάθη. Κι αν πάει και κάτι στραβά στη διανομή των ρόλων, μη μου σκας, το έργο θα παιχτεί. Αμέ.

30.7.12

Προς πώληση.

Ξέρω πως αν ήσουν ταξίδι, θα ήσουν από τα πιο παράξενα, τα πιο γεμάτα από περιπέτειες, από αυτές που αφηγούνται τα ρομαντικά τα παιδιά, από αυτά τα παιδιά που λένε ψέματα κι από εκείνα τα ψέματα που μας αρέσουν πολύ. Τα ψέματα τα δικά μας ποιοί άλλοι θα μπορέσουν να τα υποστηρίξουν με τόση αλήθεια; Την αλήθεια τη δική μας με ποιόν άλλο να τη μοιραστούμε; Έχουμε μυαλά μισοφτιαγμένα εμείς, από τα λίγα που κυκλοφορούν εκεί έξω. Κι οι άλλοι δε το ξέρουν. Οι άλλοι δε τ' αγοράζουν έτσι έυκολα τα ψέματα. Κι εμείς μόνο αυτά έχουμε, μόνο αυτά πουλάμε. Αν ήμασταν ταξίδι, θα 'μασταν μάλλον από τα πιο παράξενα. Κι οι άλλοι δε το ξέρουν. Οι άλλοι δε ξέρουν από ψέματα.

17.7.12

Συμφωνημένα.

Θα τηρούσαμε τα συμφωνημένα. Θα κόβαμε αυτό το καλοκαίρι στα δύο κι εσύ θα κρατούσες όλες τις ηλιόλουστες στιγμές του. Να σου κρατάει κάποιος συντροφιά το χειμώνα, να 'χεις γεμάτα τα συρτάρια σου αναμνήσεις. Θα μπορούσε να μη γεράσει μέσα σου ποτέ η θάλασσα. Για όλα τα ταξίδια που κουβαλάνε τα καράβια της και που δεν έκανες ακόμα, για κάθε μέρα που αποφασίζει να νυχτώσει πιο νωρίς και που σε βρίσκει - όπως ήσουν πάντα - σχεδόν απροετοίμαστο. Η αίσθηση των ονείρων σου πιο δυνατή από ποτέ. Με συνέχεια, χωρίς φθορά.

10.7.12

Κάτι.

Μερικές φορές είμαι σίγουρος πως είσαι ένα ακίνητο τίποτα με μια ελπίδα πως θα σ' αντέξω και θα σε κάνω κάτι. Αυτό.

13.2.12

Χίλτον: 10'

Ο Έρωτας χόρευε συνήθως στο 210. Σ' ένα μικρό δωμάτιο με χαμηλό φωτισμό κι ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι. Έναν όροφο πιο πάνω, στο 365, έκαιγε τις μνήμες του ο Χρόνος. Έτοιμες βαλίτσες κι ένα αεροπορικό εισητήριο στο χέρι. Στο 402 έμενε κάποτε ο Θάνατος. Και καλούσε συνέχεια το Room Service για να σπάσει πλάκα. Το προσωπικό τραβούσε κλήρο για το ποιος θα του πάει πρωινό. Οι σουίτες ήταν τις περισσότερες φορές άδειες. Όταν είχε επαγγελματικά ραντεβού στη χώρα έμενε σε κάποια απ' αυτές για λίγο η Δύναμη.

Τους διαδρόμους του ξενοδοχείου στολίζουν φιγούρες και σκιές με μικρές σύντομες ιστορίες. Ξένες γλώσσες, συνομιλίες, πνιχτά γέλια, ερωτικά καυγαδάκια και ότι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Βλέπεις καλλιτέχνες, μεθυσμένες παρουσίες, τουρίστες και πόρνες με ψηλοτάκουνες γόβες να περπατούν απο 'δω κι απο 'κει. Βλέπεις διαφορετικές εκδοχές μιας ίδιας ζωής. Και βλέπεις ζωή διαφορετικών ταχυτήτων. Και οι διάδρομοι δεν έχουν τέρμα. Σε πάνε από πόρτα σε πόρτα κι από εικόνα σε εικόνα. Μια ατελείωτη έκθεση ιστοριών, αρκεί ν' αντέχεις τις αλήθειες και τα ψέματα τους.

Μερικές ιστορίες μπορεί να σε κοιτάξουν καχύποπτα και να σου κλείσουν τη πόρτα. Άλλες μπορεί να σε προσκαλέσουν στο δωμάτιο τους, να σ' αφήσουν ελεύθερο να τις ανακαλύψεις. Και κάπου μέσα στο χάος της διαφορετικότητας τους, κάποιες θα σ' αγαπήσουν και κάποιες θα σε μισήσουν. Κάποιες δε θα τις κατανοήσεις ποτέ. Όπως και να 'χει, μόλις κάνουν check-out θα στρωθούν καθαρά σεντόνια στα κρεβάτια για να 'ρθουν οι επόμενες. Η ουσία είναι πως καμιά τους δε θα μείνει για πάντα. Κι αυτό μπορεί να σ' αρέσει, μπορεί πάλι και όχι.

Θυμήσου, εσύ βλέπεις διαφορετικές εκδοχές μιας ίδιας ζωής. Και βλέπεις ζωή διαφορετικών ταχυτήτων.

18.1.12

Le Futur.

Ήρθε φορώντας το μεγαλύτερο χαμόγελο του. Το φυλούσε από παιδί για ειδικές περιπτώσεις, καταχωνιασμένο κάτω απ' τα εσώρουχα του, στο τέταρτο συρτάρι. Κανείς δεν έψαχνε εκεί, οπότε ήταν ασφαλές για πολλά χρόνια. Ήρθε και φαινόταν προετοιμασμένος. Πληρωμένος δολοφόνος και εραστής της εκδίκησης. Στις πιο βαθιές του νύχτες, όμως, έψαχνε τιμή να πουλήσει τον έρωτα του. Ακόμα κι αν ήταν πολύ αργά γι' αυτό. Ή τουλάχιστον, έτσι πίστευε.

Ήρθε και κάθισε στο ίδιο τραπέζι με μας. Αφού συστηθήκαμε, ξεκινήσαμε να μιλάμε. Ένας από μας τον ρώτησε τι ομάδα είναι. Παναθηναϊκός. Δεν ήταν η μοναδική χαζή ερώτηση της βραδιάς. Κάποιος άλλος τον ρώτησε τι θέλει λέει να κάνει στη ζωή του. Κι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόμουν και χάζευα τη θάλασσα, γύρισα ν' ακούσω τι θ' απαντήσει. Το βλέμμα του καρφωμένο επάνω μου και το δικό μου επάνω του. Εγώ περίμενα ν' ακούσω λέξεις, εκείνος περίμενε να δει εικόνες. Και σιωπή για λίγο. Ήθελε λέει να μάθει να διαβάζει τα μάτια. Μόνο αυτό. Εμείς φυσικά γελάσαμε. Και συνεχίσαμε να γελάμε καθώς επέμενε πως αυτός ήταν ο μοναδικός του στόχος.

Εγώ κοιτούσα πάλι τη θάλασσα. Καμία ερώτηση απ' αυτές που ακολούθησαν δε μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Μόλις η συνάντηση μας ήρθε στο τέλος της, του είπαμε πόσο χαρήκαμε που τον γνωρίσαμε και ότι ίσως του τηλεφωνήσουμε, αν προκύψει κάποια προσφορά. Φεύγοντας με κοιτάξε, τον κοίταξα κι εγώ. Και ήταν περίεργο πολύ, αλλά ένιωσα πως ήξερε. Ήταν σα να ήξερε από πάντα τι θα συμβεί μετά.