Ο Νοέμβρης ήταν άντρας μυστήριος, γύρω στα σαράντα. Άλλαζε πόλεις κι εραστές, μα πιο πολύ τις παράξενες κουβέντες του. Έψαχνε να βρει τις πιο σπουδαίες φράσεις, τις πιο εύηχες λέξεις. Κανείς δε μπορούσε να συζητήσει μαζί του. Έβρεχε συχνά και πολύ. Δε κρατούσε ποτέ του ομπρέλλα. Κυκλοφορούσε μ' ένα φθαρμένο παλτό. Σκούρο μπλε. Με ματιές πρόωρα γερασμένες και σχεδόν καχύποπτες παρατηρούσε τις κινήσεις των ανθρώπων γύρω του. Ένα χέρι ν' αγγίζει κάποιο άλλο, ένα ζευγάρι χείλη να φυσούν αργά τον καπνό. Το βλέμμα του έψαχνε κάτι ρομαντικό, κάτι προσωρινό. Ο Νοέμβρης ήταν μια έκφραση προσώπου γεμάτη καλά κρυμμένα μυστικά. Δεν είχε ποτέ σκέτη αλήθεια να προσφέρει. Κοιμόταν ήσυχος τα βράδια, δίχως φόβους κι επίμονες σκέψεις. Δεν έδειχνε ήρεμος, ήταν πραγματικά ήρεμος. Συννεφιασμένος, ωστόσο ήρεμος. Κάποιος αστυνομικός μου είχε δείξει κάποια στιγμή ένα σκίτσο του προσώπου του. Τον αναγνώρισα αμέσως. Ένας ακόμη φόνος είχε προστεθεί στη λίστα των εγκλημάτων του. Ο Νοέμβρης θα 'χε προλάβει τότε ν' αλλάξει πόλη, θα 'χε προλάβει να εγκατασταθεί σε κάποιο μικρό φτηνό ξενοδοχείο. Για ακόμη μια φορά θα 'χε προλάβει να φύγει, αφήνοντας πίσω τα ισχνά του ίχνη.
