18.1.12

Le Futur.

Ήρθε φορώντας το μεγαλύτερο χαμόγελο του. Το φυλούσε από παιδί για ειδικές περιπτώσεις, καταχωνιασμένο κάτω απ' τα εσώρουχα του, στο τέταρτο συρτάρι. Κανείς δεν έψαχνε εκεί, οπότε ήταν ασφαλές για πολλά χρόνια. Ήρθε και φαινόταν προετοιμασμένος. Πληρωμένος δολοφόνος και εραστής της εκδίκησης. Στις πιο βαθιές του νύχτες, όμως, έψαχνε τιμή να πουλήσει τον έρωτα του. Ακόμα κι αν ήταν πολύ αργά γι' αυτό. Ή τουλάχιστον, έτσι πίστευε.

Ήρθε και κάθισε στο ίδιο τραπέζι με μας. Αφού συστηθήκαμε, ξεκινήσαμε να μιλάμε. Ένας από μας τον ρώτησε τι ομάδα είναι. Παναθηναϊκός. Δεν ήταν η μοναδική χαζή ερώτηση της βραδιάς. Κάποιος άλλος τον ρώτησε τι θέλει λέει να κάνει στη ζωή του. Κι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόμουν και χάζευα τη θάλασσα, γύρισα ν' ακούσω τι θ' απαντήσει. Το βλέμμα του καρφωμένο επάνω μου και το δικό μου επάνω του. Εγώ περίμενα ν' ακούσω λέξεις, εκείνος περίμενε να δει εικόνες. Και σιωπή για λίγο. Ήθελε λέει να μάθει να διαβάζει τα μάτια. Μόνο αυτό. Εμείς φυσικά γελάσαμε. Και συνεχίσαμε να γελάμε καθώς επέμενε πως αυτός ήταν ο μοναδικός του στόχος.

Εγώ κοιτούσα πάλι τη θάλασσα. Καμία ερώτηση απ' αυτές που ακολούθησαν δε μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Μόλις η συνάντηση μας ήρθε στο τέλος της, του είπαμε πόσο χαρήκαμε που τον γνωρίσαμε και ότι ίσως του τηλεφωνήσουμε, αν προκύψει κάποια προσφορά. Φεύγοντας με κοιτάξε, τον κοίταξα κι εγώ. Και ήταν περίεργο πολύ, αλλά ένιωσα πως ήξερε. Ήταν σα να ήξερε από πάντα τι θα συμβεί μετά.